Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El patólogo
01
παθολόγος
médico especializado en el estudio de las enfermedades mediante el análisis de tejidos, órganos y fluidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patólogos
αρσενικό ενικό
patólogo
θηλυκό ενικό
patóloga
neutral form
especialista en patología
Παραδείγματα
El patólogo analizó la muestra de tejido.
Ο παθολόγος ανέλυσε το δείγμα ιστού.
LanGeek



























