Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La puerta de salida
01
πόρτα εξόδου
puerta o punto por donde se sale de un lugar, especialmente aeropuertos o estaciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
puertas de salida
Παραδείγματα
Nuestro avión sale por la puerta de salida número 12.
Το αεροπλάνο μας αναχωρεί από την έξοδο αριθμός 12.



























