Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El farsante
01
απατεώνας, απατεώνισσα
persona que engaña o actúa con falsedad para obtener beneficio
Παραδείγματα
El farsante fue descubierto por la policía.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απατεώνας, απατεώνισσα