la página principal
pá
ˈpa
πα
gi
xi
χι
na
na
να
prin
pɾin
πριν
ci
θi
θι
pal
pal
παλ

Ορισμός και σημασία του "página principal"στα ισπανικά

La página principal
01

κύρια σελίδα, αρχική σελίδα

la primera página de un sitio web que se muestra al entrar 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
páginas principales
Παραδείγματα
Visité la página principal para ver las últimas noticias. 

Επισκέφτηκα την κύρια σελίδα για να δω τις τελευταίες ειδήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store