la púa
p
ˈpu
poo
úa
a
a
grúacacatúa

Ορισμός και σημασία του "púa"στα ισπανικά

01

πέννα, πλήκτρο

una pieza pequeña y plana para tocar las cuerdas de algunos instrumentos 
la púa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
púas
Παραδείγματα
El guitarrista usa una púa para tocar más rápido. 

Ο κιθαρίστας χρησιμοποιεί ένα πέννα για να παίζει πιο γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store