Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El flanco
01
πλευρό
lado del cuerpo humano entre las costillas y la cadera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
flancos
Παραδείγματα
Le dolía el flanco derecho.
Τον πονούσε η δεξιά πλευρά.
flanco
01
πλευρά
lado de una formación militar o posición estratégica de combate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
flanco
γ΄ ενικό πρόσωπο
flanca
ενεστώτα μετοχή
flancando
απλός αόριστος
flancó
παθητική μετοχή
flancado
Παραδείγματα
El ejército protegió el flanco izquierdo.
Ο στρατός προστάτευσε την αριστερή πτέρυγα.



























