la colaboración
colaboración
coloración

Ορισμός και σημασία του "colaboración"στα ισπανικά

La colaboración
01

συνεργασία, συνέργεια

acción de trabajar junto con otras personas para lograr un objetivo común 
la colaboración definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
colaboraciones
Παραδείγματα
La colaboración entre departamentos fue clave. 

Η συνεργασία μεταξύ τμημάτων ήταν καθοριστική.

02

συνεργασία, βοήθεια

acción de ayudar o contribuir con algo para facilitar una tarea o situación 
la colaboración definition and meaning
Παραδείγματα
Agradezco tu colaboración en este asunto. 

Εκτιμώ τη συνεργασία σου σε αυτό το θέμα.

03

άρθρο

artículo o texto escrito que una persona aporta a una publicación 
la colaboración definition and meaning
Παραδείγματα
Publicó una colaboración en la revista científica. 

Δημοσίευσε μια συνεργασία στο επιστημονικό περιοδικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store