el inversor
in
im
im
ver
beɾ
ber
sor
ˈsoɾ
sor
inventor

Ορισμός και σημασία του "inversor"στα ισπανικά

01

επενδυτής, επενδυτικός

persona que pone dinero en un negocio o proyecto para obtener ganancias 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inversores
Παραδείγματα
El inversor decidió comprar acciones de la empresa. 

Ο επενδυτής αποφάσισε να αγοράσει μετοχές της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store