Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tarjeta SIM
[gender: feminine]
01
κάρτα SIM
tarjeta pequeña que se usa en teléfonos móviles para identificar al usuario y conectar con la red
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tarjetas SIM
Παραδείγματα
Las tarjetas SIM vienen en diferentes tamaños.
Οι κάρτες SIM διατίθενται σε διάφορα μεγέθη.



























