el llavero
lla
ʎa
lia
ve
ˈβɛ
be
ro
ɾɔ
raw
llanero

Ορισμός και σημασία του "llavero"στα ισπανικά

01

objeto pequeño usado para juntar y llevar llaves , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
llaveros
Παραδείγματα
Compró un llavero como recuerdo del viaje. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store