el río
r
ˈri
ri
ío
o
o
tíomíolíorocío

Ορισμός και σημασία του "río"στα ισπανικά

01

ποτάμι, ρεύμα

corriente natural de agua que fluye hacia un mar, lago u otro río 
el río definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ríos
Παραδείγματα
El río es muy ancho y profundo. 

Ο ποταμός είναι πολύ φαρδύς και βαθύς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store