Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carretilla elevadora
01
ανυψωτικό, φορτωτήρας
un vehículo industrial con horquillas delanteras para levantar y mover cargas pesadas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carretillas elevadoras
Παραδείγματα
La carretilla elevadora eléctrica no hace ruido y no contamina.
Το ηλεκτρικό ανατρεπόμενο φορτηγό δεν κάνει θόρυβο και δεν ρυπαίνει.
LanGeek



























