el cuello
cue
ˈkwe
kve
llo
ʎo
lio
aquellocabellosellobello

Ορισμός και σημασία του "cuello"στα ισπανικά

01

λαιμός

parte del cuerpo que conecta la cabeza con el torso 
el cuello definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuellos
Παραδείγματα
Me duele el cuello después de dormir mal. 

Ο λαιμός μου πονάει μετά από κακό ύπνο.

02

κολάρο

parte de la ropa que rodea el cuello 
el cuello definition and meaning
Παραδείγματα
El cuello de su camisa está sucio. 

Ο γιακάς του πουκάμισου του είναι βρώμικος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store