to buy into
buy
baɪ
bai
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "buy into"στα αγγλικά

to buy into
01

επενδύω σε, αγοράζω μετοχές

to invest in a company by purchasing its stocks or shares 
Transitive: to buy into a company or asset
to buy into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
buy
ενεστώτας
buy into
γ΄ ενικό πρόσωπο
buys into
ενεστώτα μετοχή
buying into
απλός αόριστος
bought into
παθητική μετοχή
bought into
Παραδείγματα
The financial advisor recommended buying into a diverse portfolio for risk management. 

Ο οικονομικός σύμβουλος συνέστησε να επενδύσετε σε ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο για τη διαχείριση κινδύνων.

02

πιστεύω ακράδαντα σε, ασπάζομαι

to wholeheartedly believe in a set of ideas 
Transitive: to buy into an idea
to buy into definition and meaning
Παραδείγματα
The employees were encouraged to buy into the company's values and mission for long-term success. 

Οι εργαζόμενοι ενθαρρύνθηκαν να πιστέψουν πλήρως στις αξίες και την αποστολή της εταιρείας για μακροπρόθεσμη επιτυχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store