Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
give me strength
01
Δώσε μου δύναμη, Χάρισε μου δύναμη
***used as an expression of exasperation or annoyance
Παραδείγματα
I have to watch 15 screaming children today? Oh, give me strength!
Πρέπει να προσέχω 15 φωνάζοντα παιδιά σήμερα; Ω, δώσε μου δύναμη!



























