Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to let in on
[phrase form: let]
01
εμπιστεύομαι ένα μυστικό, μοιράζομαι πληροφορίες
to allow someone to be part of a secret or to share information that was previously unknown to them
Παραδείγματα
I ca n't believe they let me in on their plans to move to another country!
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι με έβαλαν στο κόλπο των σχεδίων τους να μετακομίσουν σε άλλη χώρα!



























