Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Technical foul
01
τεχνικό φάουλ, τεχνική ποινή
(basketball) a penalty for unsportsmanlike behavior or rule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
technical fouls
Παραδείγματα
She was given a technical foul for using inappropriate language toward an opponent.
Της επιβλήθηκε τεχνικό φάουλ για τη χρήση ακατάλληλης γλώσσας απέναντι σε έναν αντίπαλο.



























