zwölf
zwölf
tsvœlf
tsvoelf

Ορισμός και σημασία του "zwölf"στα γερμανικά

01

δώδεκα, δώδεκα

Die Zahl, die nach elf kommt 
zwölf definition and meaning
Παραδείγματα
Ich gehe um zwölf ins Bett. 

Πηγαίνω για ύπνο στις δώδεκα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store