Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Scheibe
01
φέτα, δίσκος
Ein flaches, dünnes Stück von etwas, meist abgeschnitten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Scheibe
πληθυντικός τύπος
Scheiben
Παραδείγματα
Er nahm zwei Scheiben Schinken aus dem Kühlschrank.
Πήρε δύο φέτες ζαμπόν από το ψυγείο.
02
τζάμι, τζάμι παραθύρου
Ein flaches Stück Glas in Fenstern oder Türen
Παραδείγματα
Eine neue Scheibe muss eingesetzt werden.
Ένα νέο τζάμι πρέπει να εγκατασταθεί.
03
δίσκος, δίσκο
Eine runde, flache Form wie bei CDs oder Wurfscheiben
Παραδείγματα
Die alte Scheibe ließ sich nicht mehr abspielen.
Ο δίσκος παλιός δεν μπορούσε πλέον να αναπαραχθεί.



























