die not
not
no:t
not

Ορισμός και σημασία του "not"στα γερμανικά

01

besonders schlimme Lage, in der jemand dringend Hilfe braucht , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nöte
γενική πτώση
Not
Παραδείγματα
Die Bergsteiger gerieten während des Sturms in höchste Not. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store