Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erste Hilfe
01
sofortige, vorläufige Hilfsmaßnahmen bei Unfällen oder medizinischen Notfällen , -
γραμματικές πληροφορίες
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
erste hilfe
Παραδείγματα
Nach dem Unfall leistete eine Passantin sofort Erste Hilfe.



























