Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
berufstätig
01
ενεργός επαγγελματικά, ασκώντας ένα επάγγελμα
In einem Beruf arbeitend und damit regelmäßiges Einkommen beziehend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am berufstätigsten
συγκριτικός βαθμός
berufstätiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist seit zehn Jahren berufstätig.
Εργάζεται σε ένα επάγγελμα εδώ και δέκα χρόνια.



























